ἥμισυς

ἥμισυς, εια, υ половина (в композитах: ἡμι-, лат. semi; ср. фр. demi -лат. dimidius, полу-)

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "ἥμισυς" в других словарях:

  • ἥμισυς — half masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ήμισυς — εια, υ και μισός, ή, ό (AM ἥμισυς, εια, υ, Μ και ἥμισος, η, ον, Α δωρ. τ. ἅμισυς, εια, α και ιων. θηλ. ἡμισέη και ἡμισέα) 1. αυτός που αποτελεί το ένα από δύο ίσα μέρη ενός πράγματος ή ενός ποσού, ο μισός 2. το ουδ. ως ουσ. το ήμισυ το ένα… …   Dictionary of Greek

  • Δυοῖν παρόντοιν ἢμισυς λόγος πάρα. — См. Не спеши карать, спеши выслушать …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • ἡμίσεα — ἥμισυς half neut nom/voc/acc pl (epic ionic) ἥμισυς half fem nom/voc sg (epic ionic) ἥμισυς half neut acc pl (epic ionic) ἥμισυς half neut nom pl (epic ionic) ἡμίσεια neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίση — ἥμισυς half neut nom/voc/acc pl (attic epic doric) ἥμισυς half neut acc pl (attic epic doric ionic) ἥμισυς half neut nom pl (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμισέων — ἥμισυς half masc/neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἥμισυς half neut gen pl (epic doric ionic aeolic) ἡμίσεια neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμισίων — ἥμισυς half masc/neut gen pl (doric) ἥμισυς half neut gen pl (doric) ἡμίσιος demigod masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσεαι — ἥμισυς half fem nom/voc pl (epic ionic) ἥμισυς half fem nom pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσει — ἥμισυς half masc/neut dat sg ἡμίσεϊ , ἥμισυς half masc/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσειαι — ἥμισυς half fem nom/voc pl ἥμισυς half fem nom pl ἡμίσεια fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἡμίσεσι — ἥμισυς half masc/neut dat pl ἥμισυς half neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.